βούλομαι

βούλομαι
και βουλιέμαι και βουλιούμαι (AM βούλομαι, Α και επιτ. τ. βόλομαι)
1. θέλω, επιθυμώ
2. λογαριάζω, σκέπτομαι να πράξω κάτι
νεοελλ.
αποφασίζω
μσν.
(για διάταξη νόμου) καθορίζω
αρχ.
φρ.
1. «εἰ βούλει»
(ευγενική φράση φιλοφροσύνης) αν αγαπάς
2. «βουλομένῳ μοί ἔστιν» — είναι σύμφωνο με τη θέλησή μου
3. «τί βουλόμενος;» ἤ «τί βουληθείς;» — με σκοπό; για ποιαν αιτία;
4. «βούλεται εἶναι» — ισχυρίζεται, προσποιείται ότι είναι
5. «βούλομαι λαὸν σόον ἔμμεναι ἤ ἀπολέσθαι» — προτιμώ να...
[ΕΤΥΜΟΛ. Το βούλομαι αποτελεί λ. ήδη ομηρική, εμφανίζει δε ενδιαφέρουσα ποικιλία παράλληλων διαλεκτικών τύπων: βόλομαι (ομηρ., αρκαδ., κυπρ., ερετρ.), βόλλομαι λεσβ., βώλομαι δωρ.
επίσης με άλλη μεταπτωτική βαθμίδα βέλλομαι (θεσσ.), βείλομη (βοιωτ.), βήλομαι δωρ., δείλομαι (λοκρ., δελφ.). Το ρ. βούλομαι με αρχικό χειλοϋπερωικό φθόγγο (όπως πιστοποιείται και από την εναλλαγή β-:δ- στις διάφορες διαλέκτους) ανάγεται σε αρχική ινδοευρ. ρίζα *gwel- «πέφτω, ρίχνω» *gwol- (ετεροιωμένη βαθμίδα της *gwel-), δηλ. ίδια ρίζα με εκείνη του βάλλω, απ' όπου πιστεύεται ότι προήλθε και η σημασία του βούλομαι με μια ιδιάζουσα σημασιολογική εξέλιξη, πιθ. «ρίχνομαι (νοητικά) σε κάτι» ή «ρίχνω, βάζω κάτι στο μυαλό κάποιου» (πρβλ. φρ. «βάλλεσθαι εν θυμώ», «... βάλλεσθαι μετά φρεσί»). Σύμφωνα με την επικρατέστερη σήμερα άποψη, οι ανωτέρω ενεστωτικοί τύποι (πλην του βόλομαι) προήλθαν από τα *βόλσομαι, *βέλσομαι, *δέλσομαι, που ξεκίνησαν πιθ. από την ευκτική ή υποτακτική (με βραχύ φωνήεν) ενός ένσιγμου μέσου αορίστου, απ' όπου προήλθε και ο ενεστώτας της οριστικής. Παράλληλα θεωρείται ότι υπήρξε κι ένας αρχικός αμετάβατος ενεργητικός παρακείμενος *βέβολα με ενεστωτική, πιθ. επιτατική σημασία («αυτή είναι δική μου απόφαση»), του οποίου υπολείμματα διασώζονται στο ομηρ. προβέβουλα «προτιμώ», όπου το -ου- αναλογικά προς το βούλομαι. Στον παρακείμενο αυτόν θα πρέπει να οφείλεται και το -ο- (ετεροιωμένη βαθμίδα) του αοριστικού τ. *βολσομαι έναντι του αρχικού -ε- (απαθής βαθμίδα) των *βελσομαι, *δελσομαι. Εξάλλου στην εξάπλωση του -ο- δυνατόν να συνετέλεσε και το ουσ. βουλή. Όσον αφορά στον πρωταρχικό θεματικό ενεστώτα βόλομαι προσέλαβε πιθ. τον φωνηεντισμό του (-ο-) αναλογικά προς το *βέβολα, αν δεν πρόκειται για υποτακτική (με βραχύ φωνήεν) ενός αθέματου ριζικού αορίστου. Τέλος τα νεοελλ. βουλιέμαι, βουλιούμαι αποτελούν μεταπλασμένους τύπους του βούλομαι. Αξιοσημείωτο είναι ότι τόσο η σημασία όσο και η χρήση του βούλομαι βρίσκονται στενά συνυφασμένες με εκείνες του (ε) θέλω. Συγκεκριμένα στον Όμηρο το βούλομαι, που σημαίνει κυριολεκτικά «επιθυμώ, προτιμώ» (όπως το δηλώνει και η σύνταξή του με το ή ακόμη και το προβέβουλα), απαντά λιγότερο συχνά έναντι του εθέλω, που αποτελεί το σύνηθες ρήμα με τη σημασία «θέλω». Στην αττική πεζογραφία το βούλομαι «θέλω, επιθυμώ» υποκαθιστά το εθέλω, που απαντά με τη σημασία «είμαι διατεθειμένος για κάτι, δέχομαι». Το εθέλω, συχνότερο του βούλομαι στην Ιωνική απ' όσο στην Αττική, επιδίδει στην Κοινή και κυρίως στη δημώδη γλώσσα, για να αποβεί στη Νεοελληνική το συνηθέστερο σε χρήση ρήμα.[ΕΤΥΜΟΛ. βουλή, βούληση (-ις)
(αρχ. -μσν.) βούλημα, βουλητός.
ΣΥΝΘ. αρχ. βουλόμαχος, συμβούλομαι].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • βούλομαι — βούλομαι, βουλήθηκα βλ. πίν. 151 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βούλομαι — will pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐγὼ γὰρ λάλος, οὐκ’ ἀνδριὰς εἶναι βούλομαι. — ἐγὼ γὰρ λάλος, οὐκ’ ἀνδριὰς εἶναι βούλομαι. См. Молчит как статуя …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Κείρεσθαί μου τὰ πρόβατα, ἀλλ’ οὐκ ἀποξήρεσθαι βούλομαι. — κείρεσθαί μου τὰ πρόβατα, ἀλλ’ οὐκ ἀποξήρεσθαι βούλομαι. См. Доброго пастыря дело овец стричь, а кожи не снимать …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Οὐκ ἔχω πῶς ἐπαινέσω, ψέγειν δ’οὐ βούλομαι. — См. Чего хвалить не умеешь, того не хули …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • βούλεσθον — βούλομαι will pres imperat mp 2nd dual βούλομαι will pres ind mp 3rd dual βούλομαι will pres ind mp 2nd dual βούλομαι will imperf ind mp 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβούλησθε — βούλομαι will perf imperat mp 2nd pl βούλομαι will perf ind mp 2nd pl βούλομαι will plup ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλεσθε — βούλομαι will pres imperat mp 2nd pl βούλομαι will pres ind mp 2nd pl βούλομαι will imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόλεσθε — βούλομαι will pres imperat mid 2nd pl (epic) βούλομαι will pres ind mid 2nd pl (epic) βούλομαι will imperf ind mid 2nd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβουλημένον — βούλομαι will perf part mp masc acc sg βούλομαι will perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”